SAW III

Bousman's SAW III (2006)

του Darren Lynn Bousman (2006)
Horror | Mystery
USA Canada

 

Bousman's SAW III (2006)Hello The Movies Cult, I want to play a game…
Και ναι, επέστρεψαν, όπως υποσχέθηκαν, οι δημιουργοί αυτού του αιματηρού franchise για να κλείσουν την τριλογία και τις τρύπες, αλλά και να προσφέρουν στους οπαδούς τους ακόμα ένα χορταστικό γεύμα βασανιστηρίου σαρκός! Για άλλη μια φορά όμως, απ’ ότι φαίνεται, δε μένουν μονάχα εκεί. Αυτό που μας δίνουν είναι κάτι περισσότερο. Πλέον περνάμε από τον ψυχολογικό τρόμο στην κατανόηση πράξεων κατ’ επιλογήν χαρακτήρων (καιρός ήταν) και οι βιαιότητες μοιάζουν με διαλείμματα έντασης.

Σαν τρίτο επεισόδιο μίας ιστορίας, το Saw III ξεκινάει ακριβώς από εκεί που τελειώνει το δεύτερο. Το κυνήγι του Jigsaw – παρανοϊκού βασανιστή που περνάει τα θύματά του από ένα είδος βίαιης δοκιμασίας με τελικό σκοπό, είτε την παράδοση και το θάνατό τους είτε την ολοκληρωτική λύτρωσή τους (δικαίως λοιπόν, πολλοί έθεσαν σύγκριση με το Se7en) – συνεχίζεται, καθώς παραμένει ελεύθερος και, αν κι ετοιμοθάνατος, συνεχίζει τα πειράματά του με τη βοήθεια της «μαθήτριάς» του, Amanda. Αυτά δηλαδή που λίγο πολύ γνωρίζαμε από πριν και σε αυτό το σημείο θα είναι κρίμα να αποκαλύψω οτιδήποτε άλλο αφού η σειριακή φύση της τριλογίας καθιστά απαραίτητη τη θέαση όλων των κομματιών της.

Bousman's SAW III (2006)

Ο Darren Lynn Bousman (Saw II) σκηνοθετεί και το δεύτερο sequel της επιτυχημένης αυτής σειράς, της οποίας η μορφοποίηση οφείλεται κατά πολύ σε ιδέες των fans. Στην αντίπερα όχθη του Wolf Creek, μας δίνει μια καλή σκηνοθετική εκδοχή μακριά από ντοκιουμενταρίστικες λήψεις που έχω βαρεθεί να βλέπω τελευταία, με γρήγορα εναλλασσόμενα καρέ και απότομα zoom από το πρώτο δευτερόλεπτο. Βέβαια σε συνδυασμό με τον ηχητικό τομέα που υπερτονίζει αυτές τις κινήσεις, κάπου γίνεται υπερβολικά εφετζίδικη και δυναμική η σκηνοθεσία και χάριν έντασης – που επιτυγχάνει κατά το ήμισυ – θυσιάζει την οποιαδήποτε ατμόσφαιρα και μυστήριο μπορεί να είχαν τα προηγούμενα Saw. Αξίζει να αναφέρω πως έπειτα από πολλά χρόνια (π.χ. εποχή giallo) έχει δημιουργηθεί ξανά ένα σύγχρονο ρεύμα splatter σκηνοθετών, το λεγόμενο «Splat Pack» που δε διστάζουν να δείξουν ωμά τη βία σε κάθε τους ταινία και, αν και νεοσύστατο, ήδη συμπεριλαμβάνει τον Bousman σαν μέλος, μαζί με τους Greg McLean, Alexandre Aja, Neil Marshall, Rob Zombie, Eli Roth και τους Saw σεναριογράφους Leigh Whannell και James Wan – οπότε καταλαβαίνετε πόσο σημαντική ήταν η συνεισφορά του Saw franchise, όχι μόνο για το splat pack, αλλά γενικότερα για το συγκεκριμένο είδος. Ο Leigh Whannell, ο πιο ενεργός δημιουργός και στα τρία μέρη, επιστρέφει κι εδώ, μόνος αυτή τη φορά, στο σενάριο, στο οποίο φυσιολογικά προσεγγίζει περισσότερο τη φύση των «εκτελεστών» παρά των θυμάτων. Η πλοκή όμως δεν είναι γραμμική, αλλά μας μεταφέρει σε διάφορες χρονικές στιγμές της τριλογίας, πολλές φορές σε σκηνές που δεν είδαμε ή σε σκηνές από «διαφορετική γωνία» για να συμπληρώσουμε κι εμείς με τη σειρά μας το puzzle του Jigsaw. Έτσι η ταινία αυτή παίρνει το ρόλο ενοποίησης για το μεγάλο αυτό project και καθιστά ακόμη δυσκολότερη τη θέασή της αν ο θεατής δεν έχει παρακολουθήσει την ιστορία μέχρι τώρα. Φυσικά, δε θα λείψει κι εδώ το ανατρεπτικό φινάλε που θα δώσει ακόμα ένα τόνο τραγικότητας πριν κλείσει.

Ο Tobin Bell, ένας από τους πιο δημοφιλείς villains όλων των εποχών (ανάμεσα στις 3252 σειρές που έχει συμμετάσχει θα τον θυμόμαστε όλοι από το πέρασμά του στο «24») συνεχίζει την εκπληκτικά σκοτεινή ερμηνεία του Jigsaw, από την οποία πλέον όλοι θα τον θυμούνται, και τον εδραιώνει δικαίως σε villain που θα μείνει στην ιστορία. Προσέξτε ότι δεν αναφέρθηκα ούτε μία φορά με τη λέξη «δολοφόνος», γιατί πρακτικά δεν είναι. Και για κάποιους δεν είναι ούτε θεωρητικά. Στο πλευρό του η Shawnee Smith (Island, Saw I & II) ως Amanda, που αν και δε θαμπώνει το φακό σαν καημένη μετανοούσα πρώην θύμα, δίνει την πιο ανατρεπτική ερμηνεία στην όλη τριλογία μιας και αποδεικνύεται ως ο πιο αναπάντεχος χαρακτήρας.

Η αγαπημένη μου Dina Meyer (Starship Troopers, Johnny Mnemonic, Dragonheart, Star Trek Nemesis) επιστρέφει πάλι σαν Kerry και είναι από τους λίγους χαρακτήρες που «κράτησαν» τόσο πολύ στο project, αν και ανεξήγητα δεν… της δίνονται και πολλά λεπτά συμμετοχής. Υπό το μεγεθυντικό φακό του Jigsaw αυτή τη φορά θα βρεθούν οι Bahar Soomekh και Angus MacFayden. Η πρώτη έκανε την εμφάνισή της πρόσφατα στα Mission Impossible III και Crash, εδώ παίρνει το ρόλο της Dr. Lynn που, τι άλλο, δεν εκτιμάει τη ζωή της όπως θα ‘πρεπε κατά την κρίση Της Αυτού Βιαιότης, με άφησε όμως πλήρως αδιάφορο για την επιβίωσή της. Αυτό ισχύει λίγο πολύ για όλα τα θύματα του Jigsaw ανεξαρτήτως ταινίας, αφού η ιστορία δε βασίζεται σε αυτούς, δεν τους αναπτύσσει ιδιαίτερα και δεν τους παρουσιάζει σαν αγίους, αλλά σαν πρόβατα που χρειάζονται κάποια καθοδήγηση, και αυτό μάλιστα φαίνεται εντονότερα με τον τρόπο που κλείνει η ταινία. Ο MacFayden θα σας θυμίσει κάτι αμυδρά, όπως κι εμένα… Αλλά αυτή η χροιά της φωνής, αυτό το βλέμμα, καλά, ξεχάστε τα κιλά του… Ναι, μα πώς μου ξέφυγε!? Τον είδαμε στο ρόλο του Bruce στο Braveheart σε μια υπέροχη και συγκινητική ερμηνεία, τον είδαμε πολύ αργότερα αλλαγμένο στο Equilibrium, ακόμα εκπληκτικό. Όμως το ταλέντο του μάλλον μένει ανεκμετάλλευτο, τον ξαναβλέπουμε τώρα στο ρόλο του Jeff, ενός πατέρα που ψάχνει εκδίκηση για τον άδικο χαμό του γιου του. Και αυτή η ευκαιρία του δίνεται στο πιάτο. Χωρίς να του επιτρέπει το σενάριο να γίνει αντισυμβατικός, μάχεται να δώσει μια πιο ανθρώπινη ερμηνεία σαν δοκιμαζόμενος σε αυτό το παιχνίδι θανάτου.

SAW III (2006)

Τη μουσική επιβλέπει ο Charlie Clouser, ίδιος συνθέτης των προηγούμενων scores της σειράς. Καινούρια ορχηστρικά tracks υπάρχουν ελάχιστα, αφού στο Saw III, όπως και στο ΙΙ, κατά βάσην χρησιμοποιούνται οι μελωδίες των themes του πρώτου, με τις κατάλληλες παραλλαγές εδώ κι εκεί. Ίσως για να διατηρηθεί η αίσθηση της ενότητας μεταξύ των τριών ταινιών – και δε μιλάμε για επικού μεγέθους ταινίες, έτσι -το γεγονός αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αφού το κύριο theme (Hello Zepp & Zepp Overature) αποτελεί για μένα το πιο «κολλητικό» απλό μουσικό στίγμα μετά το Requiem for a Dream, και προσωπικά πιθανώς το υπερβαίνει και αυτό, αν είχε γίνει λίγο πιο δημοφιλές το soundtrack. Ο Clouser, που οφείλεται για αυτή την ιδανική έκλαμψη σύνθεσης, έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με Nine Inch Nails και Marilyn Manson, λογικό λοιπόν τα Saw να έχουν μεγάλη μερίδα των οπαδών τους στον industrial τομέα της μουσικής, αφού οι ήχοι, τα soundtracks, το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα, απλά είναι indoorstrial 😉

Είναι δύσκολο και μάλλον ατελές να εκφράζω άποψη για το τελικό μέρος μονάχα μιας ιστορίας που ολοκληρώνεται σε τρεις ταινίες, γι’ αυτό κι ελπίζω να έχουμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε εκτενέστερα τι κρύβεται πίσω από το Jigsaw και τα πειράματά του σε κάποιο άλλο άρθρο. Ο Bousman – που εμφανίστηκε σαν από το πουθενά για τη συνέχεια του franchise στο II και αφομοίωσε την ιδέα του στα πλαίσια ενός sequel – αλλά και οι ίδιοι οι fans είναι υπεύθυνοι για την ολοκλήρωση αυτής της ιδέας – φανταστείτε ότι για τη βαφή των πρώτων χιλίων συλλεκτικών posters χρησιμοποιήθηκε το αίμα του Tobin Bell (!!!!!!) μαζί με χρώμα – ολοκλήρωση που δε συνέβαινε με μόνο το original Saw. Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα κάτι θετικό και αρνητικό: έχουμε μπροστά μας ένα έπος που ξεκίνησε από μια underground ιδέα και φθάνει να έχει κατακτήσει οπτικοακουστικά αλλά και σεναριακά την πρώτη θέση στα βάθρα παρόμοιων προσπαθειών. Όμως ο κινηματογράφος διατίθεται για την έμπνευση των δημιουργών μέσα στο χρονικό περιθώριο της μίας θέασης, δεν είναι τηλεόραση ούτε μέσο προβολής σειρών. Αυτή η χρονική πρόκληση είναι από τις μεγαλύτερες για όλες τις πλευρές να αποδώσουν ή να εκλάβουν την προσομοίωση οποιονδήποτε συνθηκών ζωής και ζώντων χαρακτήρων έγκαιρα. Και προσωπικά απεχθάνομαι τη χρήση του κινηματογράφου για την παρουσίαση δημιουργίας της οποίας η αρχή ή το τέλος της δεν προβάλλονται ή δε μένουν για τη φαντασία μας, αλλά βρίσκονται κλειδωμένα σε άλλη κερδοφόρα ευκαιρία. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες και οφείλονται κυρίως στις άπληστες αποφάσεις παραγωγών, όπως τα Kill Bill. Και είναι κρίμα να «υποχρεούσαι» να δεις εν βιάση σου τα Saw I, II πριν το τρίτο λυτρωτικό μέρος, αντί να κόψεις αχρείαστα σημεία εδώ κι εκεί και να έχεις ένα τρίωρο έπος μυστηρίου και αιματοχυσίας που σα μονάδα θα κατακτούσε πολύ περισσότερα από μία τριάδα, πλην των χρημάτων, φυσικά.

Η ιδέα της τριλογίας δεν υπήρχε εξαρχής, ας επικεντρωθώ όμως αναγκαστικά στο διαστροφικό τρίτο φινάλε, το οποίο αποτελεί και κλειδί για την πορεία του «δράματος». Μιλώντας για δράμα, ποιος είπε ότι τα «Saw» είναι ταινίες τρόμου? Όποιος το ‘πε κατά την ταπεινή μου γνώμη κάνει βεβιασμένο λάθος. Δέκα τόνοι αίμα και μακελειό δε μας κάνουν απαραίτητα και τρόμο. Η πρώτη ταινία ξεκίνησε σαν καθαρό είδος μυστηρίου. Μπάτσοι, θύματα και θεατές βρίσκονταν στο κυνήγι της λύσης πολλών μυστηρίων. Κατά την εξέλιξη αυτά αποκωδικοποιούνταν, όμως είχαμε και τον ψυχολογικό τρόμο στη μέση που αποδιδόταν τέλεια στο πρώτο μέρος και έχανε στα υπόλοιπα. Οι ανατροπές και τα «μαθήματα ζωής» έδωσαν ένα δραματικό τόνο στο όλο συνοθύλευμα και φθάνουμε σε ένα τρίτο μέρος το οποίο δίνει πολύ περισσότερη βάση στην ένταση της στιγμής, σε αποφάσεις που πρέπει να παρθούν μέσα σε δευτερόλεπτα, παρά προσπαθεί να χτίσει μέσα μας αγωνία και συμπόνια για τα θύματα. Για το αρχείο, βαφτίζω τα Saw μια τριλογία μυστηρίου με έντονο το στοιχείο του θρίλερ. Βίαια – δεν το αμφισβητεί κανείς αυτό.

SAW III (2006)

Και μέσα σε αυτή την ένταση, που αποτελεί ίσως τον πρώτο στόχο του Saw III, που προσπαθεί να χτίσει, ξεκινάει βεβιασμένα και άσχημα. Η μία παγίδα μετά την άλλη, σε μορφή επανάληψης, χωρίς κάτι καινούριο, χωρίς το χρόνο να εγκλιματιστείς και με μια γρήγορη σκηνοθεσία που δεν βοηθάει καθόλου, ναι, είναι μόνο ένα eye-candy για τους splatter λάτρεις. Μόνο μετά τη σύσταση και σύλληψη των χαρακτήρων-πιονιών θα αρχίσει η ανάβαση προς κάτι καθαρότερο, θα αποκτήσει μια πορεία με αυτογνωσία για την κατάληξή της. Έξυπνο και πλήρως ισορροπημένο το μοντάζ, μας μεταφέρει εναλλάξ από τον Jeff και τις δοκιμασίες του στο ακόμα πιο ενδιαφέρον «χειρουργικό τραπέζι» των θυτών και της Lynn.

Τα πειραματόζωα υπό δοκιμήν, ξεκάθαρα πια, αντιμετώπιζαν προβλήματα ζωής, αδιαφορούσαν για άλλους ή για τους εαυτούς τους, και κανένα Saw δεν μας τους έφερε πιο κοντά, κανένα δεν μας έκανε να συμπάσχουμε. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά το χριστιανισμό, κατά τον John Doe, ή κατά τον Jigsaw, αμάρτησαν. Και ο καθένας κρίνει διαφορετικά την τιμωρία τους ή μια ενδεχόμενη δεύτερη ευκαιρία που θα τους δοθεί. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα, λοιπόν, σχετικά απρόσωπα prequels, εδώ υπάρχει ξεκάθαρο ενδιαφέρον, γιατί επιτέλους προσεγγίζουμε το πιο αξιοπρόσεκτο χαρακτήρα της τριλογίας, τον Jigsaw, ή αλλιώς John. Ναι, το ξέρω, περιμένει κάποιος να σχολιάσω τα αποτρόπαια εγκλήματα, τα βασανιστήρια και τους πρωτότυπους θανάτους, όμως δεν το κάνω. Γιατί η ταινία ΔΕΝ έχει σαν κεντρικό θέμα αυτό, ακόμα και που θεωρείται η πιο βίαια όλων, αν σκεφτεί κανείς πως χρειάστηκε να την στείλουν εφτά φορές, μετά από αλλαγές στο μοντάζ, στην επιτροπή MPAA για να πάρει το πολυπόθητο «rated R». Σχεδόν αγνοώ το γεγονός, αυτό που με συνεπαίρνει είναι η ίδια η ιστορία. Φθάνω σε σημείο να περιμένω πώς και πώς την αλλαγή της σεκάνς, όταν αυτή είναι μακριά από τον John. Ο Jeff είναι ένας ακόμα «άτυχος», που δε θα κάνει τη διαφορά (excusez-moi Angus), απλά θα έχει την «τιμή» να συμμετέχει στην τελική δοκιμασία, δοκιμασία για ποιον όμως, πρέπει να αναρωτηθώ?

[spoilers]
Επιπλέον, τέτοιες αντισυμβατικές δοκιμασίες επιφέρουν αποτέλεσμα στον «ασθενή»? Πλην του θανάτου, εννοώ… Μέχρι και την τελευταία του πνοή, ο John το πιστεύει ακράδαντα, γιατί είναι το έργο ζωής του και τον καταλαβαίνω. Είναι μόνος όμως σε αυτό το μονοπάτι, κι όταν βρίσκει κάποιον, που όχι μόνο θα επιβιώσει, αλλά θα αρχίσει να υποστηρίζει τις ενέργειές του και να τον καταλαβαίνει, την Amanda, συμπεριφέρεται σαν πατέρας της. Και την παίρνει υπό την επίβλεψή του, σαν συνεχιστή του επίδοξου έργου του. Σαν παρενέργεια της «γιατρειάς» της όμως, η ίδια εθίζεται στη βία, εθίζεται στον Jigsaw, όπως εθιζόταν παλιότερα στα ναρκωτικά, και ξεσπάει με τρόπους παράλογους, που μπορεί να της επιφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση. Δε δίνει καμία ευκαιρία στα θύματα, τους παίζει ένα ανώριμο παιχνίδι, αναμασά την ευχαρίστηση της εξουσίας της πάνω τους, την ευχαρίστηση να είναι εκείνη η επίλεκτη του Jigsaw και εκείνος ο Σωτήρας της. Το ξέρει πως όλα αυτά δεν είναι αλήθεια, αλλά βρίσκει μοναδικό καταφύγιο σε αυτές τις σκέψεις και εκτονώσεις. H αμφισβήτηση όλων αυτών έρχεται στην επιφάνεια εδώ, ιδιαίτερα όταν θα νομίσει ότι βρίσκεται σε αντιζηλία με την Lynn. Ακόμα κι ανήμπορος ο Jigsaw, δείχνει να ασκεί μια δύναμη προτίμησης, κρατά τη γιατρό κοντά του, σαν το πιο σημαντικό κομμάτι του παζλ και δίνει έτοιμη την ευκαιρία στην Amanda να παρερμηνεύσει αυτή την οικειότητα. Και έτσι εκείνη γίνεται αντικείμενο πειράματος του σωτήρα της, μήπως καταφέρει να έρθει πιο κοντά στην ουσία του έργου του. Μόνο που η μοίρα ήδη τους έχει φέρει μαζί στη ζωή, κι έτσι αυτός δένει δραματικά τη μοίρα τους και στο θάνατο.
[/spoilers]

SAW III (2006)

Αλήθεια, πόσο μπορεί ένας άνθρωπος να αλλάξει ρότα, μετά από μια σειρά δοκιμασιών που θα του δείξουν, έστω και με τη βία, πως κάτι λάθος τρέχει με τη ζωή του; O Jigsaw παίρνει το ρόλο του Θεού, αλλά δίνει κι ευκαιρίες, αντίθετα με τον John Doe (Se7en). Έχει τη δική του λογική, που σε αρκετά σημεία δεν βρίσκεται πολύ μακριά από τη δική μου. Αλλά η δικαιοσύνη που επιτυγχάνεται με ακραία μέσα, δεν έχει «θέση» στον γραφειοκρατικό πολιτισμό μας, κι όχι μόνο δεν έχει θέση, αλλά κατακρίνεται κι ως έγκλημα. Η αυστηρότητά του δεν επιτρέπει εξαιρέσεις στον κανόνα. Κι ο Jigsaw είναι κάποιος που ζει με τους κανόνες του και δε διστάζει να το τονίζει συνεχώς. Follow the rules. Ευρηματικός, ιδιοφυής, σχεδόν αξιοσέβαστος. Πικραμένος με την τροπή της δικής του ζωής, είχε όλες τις αφορμές για να ξυπνήσει τόσο βίαια στο λιγοστό χρόνο που του απέμενε, τους συμπολίτες του. Ενεργούσε σαν θεϊκό όργανο, ο ίδιος, όπως είπε, απεχθανόταν τους δολοφόνους. Και φθάνει εδώ ο χαρακτήρας του να μένει στην ιστορία ως ένας από τους πιο καλομελετημένους και ολοκληρωμένους villains στην ιστορία του κινηματογράφου, που δικαίως θα αρπάξει μια καρέκλα στο ίδιο τραπέζι με τον Hannibal, τον John Doe, τον John Ryder κ.α.

SAW III (2006)

Τα flashbacks είναι από τα πιο σημαντικά κομμάτια στο Saw III, γιατί χρησιμοποιούνται σαν ενωτικά κομμάτια του σεναρίου σε ότι δε γνωρίζαμε παρά μαντεύαμε από την αρχή. Τα τυπικά flashbacks, όπως των δευτερευόντων χαρακτήρων, παρουσιάζονται γρήγορα και συνήθως «φωτογραφικά», ενώ οι ολόκληρες σκηνές σχεδόν αποτελούν tribute συλλεκτικό, όπως η σκηνή προετοιμασίας του κεντρικού παιχνιδιού του Saw I, που συνοδεύεται τιμητικά από το κεντρικό saw orchestral theme.

[spoilers]
Οι παγίδες είναι μεν πρωτότυπες, αλλά στο σημείο «τα-χουμε-δει-όλα» που φτάσαμε, και για το οποίο οφείλονται σε μεγάλο βαθμό οι συγκεκριμένοι δημιουργοί, τις προσπερνάω γρήγορα, αφού οι ψυχολογικές παγίδες είναι αυτές που κρατούν το ενδιαφέρον, λέξεις, βλέμματα του Jigsaw, αλλά και το γεγονός ότι για ότι γίνεται υπάρχει ένας λόγος και είναι κρίμα να τον αγνοείς – γιατί πολύ απλά θα βρεθείς να είσαι το επόμενό του θύμα. Ανάμεσα στις σοκαριστικές σκηνές, η ίδια η εγχείριση του Jigsaw είναι όντως δύσκολη προς παρακολούθηση, ιδιαίτερα σε όσους δεν έχουν μυηθεί σε παρόμοιου τύπου σκηνές, και προσμετράται στα θετικότερα gore σημεία της τριλογίας. Από παγίδες, ξεχώρισα περισσότερο τον «τροχό» στη αντιμετώπιση του Angus με τον υπαίτιο του θανάτου του γιου του, στη σκηνή με την περισσότερη «κίνηση» μπροστά στην κάμερα στην ταινία, με εξαίρεση τη σκηνή της τελικής αποκάλυψης.

Ο Angus όλα αυτά τα χρόνια ζει με τη σκέψη της εκδίκησης, χωρίς όμως πραγματικό λόγο κι αιτία. Η θολή του κρίση δε βγαίνει στην επιφάνεια ποτέ, δυστυχώς, κι αυτό φαίνεται περισσότερο από ποτέ σε όλες τις αναμετρήσεις. Ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στην εμμονή του και στην κοινή λογική, και φυσικό είναι η οργή να μη σχηματίζεται πια στο πρόσωπό του, παρά μόνο στα λόγια του. Τα μικρά ταρακουνήματα που θα δεχθεί θα τον ωθήσουν σε απέλπιδες προσπάθειες να σώσει τελικά τα υπόλοιπα θύματα. Όμως σε όλες αυτές τις στροφές συμπεριφοράς αργεί ν’ αντιδράσει, γιατί μία χρόνια εμμονή δε φεύγει τόσο εύκολα με ένα απλό ταρακούνημα. Στην τελευταία του αναμέτρηση, βρίσκει μπροστά του τον Jigsaw. Εκεί πια, ότι προσπάθεια κι αν έγινε προηγουμένως, φεύγει μονομιάς, γιατί άλλος ένας υποφαινόμενος θάνατος του επανέφερε το λόγο ύπαρξης και την οργή. Εκεί πια όλα θολώνουν και γίνεται ακριβώς αυτό που προείπε ο Jigsaw. Καταστρέφονται οι ζωές τεσσάρων ανθρώπων. Η ανάπτυξη της ταινίας είναι πολυδιάστατη, γιατί έχουμε τέσσερις χαρακτήρες στο μικροσκόπιο υπό πρωτόγνωρες γι’ αυτούς συνθήκες και αλληλοεξαρτώμενες ενέργειες των δύο από αυτούς (Amanda & Jeff), να ορίζουν τις τύχες και τις ζωές και των τεσσάρων. Η παρουσίαση στο πανί είναι αληθοφανής σχεδόν αλάνθαστα, αυτό όμως δεν πάει να πει πως όλοι τους αξίζουν την προσοχή μου.

SAW III (2006)

Και η τελική αποκάλυψη… ω ναι έχουμε κι εδώ ανατροπή. Απρόσμενη και σε καμία περίπτωση με δόλο να κοροϊδέψει εμάς τους ανυποψίαστους. Είναι μάλιστα το highlight της ταινίας και χωρίζεται σε δύο κομμάτια: το κομμάτι που συνειδητοποιούμε τη σχέση του Jeff με την Lynn και βρισκόμαστε προ εκπλήξεως όσο και αυτός και το κομμάτι που ακολουθεί και αποκαλύπτει τον πραγματικό δοκιμαζόμενο, που δεν είναι άλλος από την Amanda. Last chance, διαβάζει στο τελευταίο χαρτάκι ο Angus, και last chance ταυτόχρονα αναφωνεί ο Jigsaw για την Amanda, την τελευταία της ευκαιρία να διορθώσει τα πράγματα, όμως όχι. Στο χορταστικό τελευταίο δεκάλεπτο, τα σχεδόν τελευταία λόγια του Jigsaw ηχούν ανατριχιαστικά στα αυτιά μου, όσο μοντάρονται τέλεια με ήχους και εικόνες από τη ζωή της Amanda μαζί του, εικόνες και λόγια που θα έπρεπε να προσέξουμε κι εμείς για το καλοστημένο αυτό παιχνίδι. Και έτσι το νεκροκρέβατο του John θα σημάνει την αρχή για το μοναδικό παιχνίδι που απομένει, το μοναδικό στόχο ζωής του Jeff, που απέτυχε παντού και μόνη του διέξοδος είναι η διάσωση της κόρης του… Αυτό είναι και το μόνο εκκρεμές στοιχείο που διατίθεται προς εκμετάλλευση για μελλοντική συνέχεια του franchise, συνέχεια που έχει ήδη ανακοινωθεί. Οι δημιουργοί της τριλογίας όμως τελείωσαν το φρικαλέο τους παραμύθι και καλά θα κάνουν οι υπόλοιποι να το σεβαστούν και να μη κλέψουν για άλλη μια φορά αίγλη και φήμη από κάτι δικαίως επιτυχημένο.
[/spoilers]

SAW III (2006)

Για όσους ευχαριστήθηκαν το gore στοιχείο, υπάρχει και είναι πολύ έντονο κι εδώ, και αν θα έπρεπε να διαχωρίσω τις τρεις αυτές ταινίες, τότε θα το τοποθετούσα ένα σκαλί μετά το πρώτο κι ένα πριν το δεύτερο. Για όσους όμως λάτρεψαν το Saw I για την τροπή και ιστορία του, το τρίτο αυτό μέρος αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι που δεν πρέπει να χάσουν, και, ενώ αποτυπώνεται με διαφορετικό τρόπο και επικεντρώνεται σε άλλους τομείς, είναι πάραυτα αξιέπαινο για τη βαρύτητα και σοβαρότητα που δίνει σε ένα παραμελημένο μέχρι πρότινος είδος.

Direction: 3/5
Story: 3/5
Script: 4/5
Acting: 3/5
Music: 3/5

Rating: 7,0 / 10

 

 

HighlightsTο επικό κλείσιμο με την αποκάλυψη και το μοντάζ που ακολουθεί. Τα flashbacks της Amanda με τον Jigsaw. Η εγχείριση του Jigsaw. The Last Chance. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η μουσική. Η συνολική παρουσία του Tobin Bell. Η ωραία εναλλαγή σκηνών στα δύο «στρατόπεδα» δράσης. Μπράβο που ανέβασαν τον πήχη αίματος.

LowlightsΗ βιαστική αρχή. Η υπερβολικά δυναμική σκηνοθεσία στις σκηνές των παγίδων. Οι αδιάφοροι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Θέλαμε την Dina Meyer περισσότερο.

 

 

SAW III: Immersion Graph

Saw III – Immersion Graph
Ενδιαφέρον/καθήλωση κατά τη διάρκεια της ταινίας

 

SAW III: Elemomento

όσο πιο έντονο το χρώμα, τόσο πιο έντονη κι η παρουσία τους στην ταινία
κίτρινο > γαλάζιο > γκρι = 0

as published @ themoviescult.gr

 

Advertisements

Share A Thought

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s