MIAMI VICE

Mann's MIAMI VICE (2006)

του Michael Mann (2006)
Crime
USA

 

Mann's MIAMI VICE (2006)Smooth… that’s how we do it.
Ο Michael Mann έχει πια πάρει δικαιωματικά τον αέρα αυτού του ιδιαίτερου σκηνοθέτη, του ιδιαίτερου δημιουργού, ένας Brysomme Mannen. Έχει μπει σε αυτή τη μικρή λίστα των καλλιτεχνών που σηκώνουν τα βάρη των δικών τους συνειδητοποιημένων φιλοδοξιών και τα φτάνουν μέχρι το πέρας. Και όσο πιο διαφορετικός και ξεχωριστός γίνεσαι, τόσο πιο συγκεκριμένο και περιορισμένο, αλλά φανατικό, κοινό θα έχεις. Ταυτόχρονα τόσο πιο δύσκολα θα βλέπεσαι από αυτούς που δεν ανήκουν σε αυτή την ομάδα.

Το Miami Vice αποτελεί την τελευταία του δημιουργία και βασίζεται στη δημοφιλή τηλεοπτική, ομώνυμη, σειρά των 80’s, η οποία στα χέρια του αποκτάει διαφορετική ταυτότητα. Η ιστορία ακολουθάει βήμα προς βήμα δύο ντετέκτιβ του τμήματος ηθών του Miami, τον Sonny και τον Rico, τους οποίους υποδύονται οι Colin Farrell και Jamie Foxx αντίστοιχα, σε μια υπόθεση εντός κι εκτός συνόρων. Ο, πράκτορας του FBI, Fujima (Ciaran Hinds) βλέπει να στραβώνει ένα κυνήγι εμπόρων ναρκωτικών και κάποιοι άντρες του χάνουν τη ζωή τους. Φοβούμενος ποιον να εμπιστευτεί από την υπηρεσία του, προσλαμβάνει σαν «εξωτερικούς πράκτορες» τους δύο ντετέκτιβ για να φτάσουν στην άκρη του νήματος και να αποδώσουν στη δικαιοσύνη τους ενόχους.

Mann's MIAMI VICE (2006)

Αναπόφευκτα θα γίνουν συγκρίσεις με προηγούμενες ταινίες, στο αγαπημένο “crime” είδος, του Michael Mann, όπως το Heat και το Collateral. Σκηνοθετικά κυρίως, ομοιότητες βρίσκω με το δεύτερο, αφού κι εδώ η ρεαλιστική υφή που λειτουργεί σα να βλέπεις το «Cops» show κυριαρχεί στα εξωτερικά πλάνα. Η αλήθεια είναι πως ο Mann συνειδητά πειραματίζεται με διαφορετικά φίλτρα, όχι όμως videoclipίστικα όπως έχουμε συνηθίσει από άλλους, αλλά όσο πιο αληθοφανή δύναται. Έτσι, η οπτική μας απόλαυση περιορίζεται στις λήψεις και στο στήσιμο, παρά σε πλούσιο γραφικό υλικό και λειτουργεί καλά σε αυτό που ο ίδιος θέλει να δώσει, αλλά το πώς δένει με την ιστορία είναι ένα άλλο θέμα. Δε μπορώ να πω ότι είμαι κι ο μεγαλύτερος φαν αυτής της τεχνικής, αλλά αναγνωρίζω την επίτευξή της στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Το σενάριο δεν είναι κακό, όπως πολλοί βιάζονται να κρίνουν. Είναι ένα καθαρά αστυνομικό σενάριο, επαγγελματικό, με καθαρούς διαχωρισμούς στο ερωτικό του περιεχόμενο. Απλά είναι κρύο, ψυχρό, όπως είπα, επαγγελματικό. Είναι άλλη μια επιτυχημένη προσθήκη του Mann, που όμως ξενίζει τους περισσότερους δέκτες της, γιατί ως γνωστόν, η τυπική δουλειά σπάνια είναι διασκέδαση. Μπορεί να βρήκα αχρείαστη μια τέτοια επιβεβαίωση, αυτό δε σημαίνει όμως ότι δεν ακολούθησα τους χαρακτήρες προς αυτήν. Δε χρειαζόμαστε συνεχώς νοήματα ζωής και ατάκες που θα μείνουν στην ιστορία για να απολαύσουμε κάτι. Όντας ολιγαρκείς σε πολλά θέματα όμως, είναι σα να κατεβάζεις το whiskey σκέτο. Λίγοι το κάνουν, αλλά το λατρεύουν (teza, πού είσαι;).

Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι το γεγονός ότι ο Mann δε βιάζεται να χρησιμοποιήσει ήδη καταξιωμένους ηθοποιούς, όπως έκανε σε αρκετές προηγούμενες ταινίες του, αλλά δοκιμάζει και ρισκάρει, εδώ με τον Colin Farrell (Alexander, Ask the Dust, Phone Booth, Tigerland). Εδώ και πολλά χρόνια ο Farrell είναι υπό δοκιμήν αστέρι, αλλά δε νομίζετε ότι του τελείωσε ο χρόνος και οι ευκαιρίες; Ο ίδιος μαζί με τον οσκαρούχο Jamie Foxx (Collateral, Ray, Bait) στέκονται μια χαρά σαν οι σκληροί του Miami, αλλά με τον τρόπο που λειτουργεί, η ταινία δεν είναι γι’ αυτούς. Ποτέ δεν προοριζόταν να είναι και ούτε, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, είναι μια ταινία για να αναδείξει υποκριτικά ταλέντα. Οπότε, όντας πάλι ολιγαρκείς, η ηθοποιία είναι σίγουρα επαρκής και συνοδεύεται από δύο δευτερεύουσες, αλλά πιο έντονες και πετυχημένες ερμηνείες, όπως αυτή του Ciaran Hinds (Munich, Road to Perdition, Sum of All Fears), και του εντυπωσιακού – και συνήθη υπόπτου για τα Mann projects – Barry Shabaka Henley (Collateral, Ali, Four Brothers), που υποδύεται το αφεντικό των «σκληρών». Cameo εμφάνιση να περιμένετε από τον Justin Theroux ( 😀 ), ενώ πιο μέτριες ερμηνείες δίνουν για την πλευρά των «κακών» το μοιραίο θηλυκό Li Gong (Memoirs of a Geisha, Emperor and Assassin), ο Luis Tosar κι ο John Ortiz (Narc, Take the Lead). Στη μουσική επένδυση βρίσκουμε τον John Murphy, όμως η επιλογή των τραγουδιών είναι αυτή που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση χωρίς να γίνεται ποτέ το αφεντικό σκηνής, με rock κομμάτια, αλλά και Moby (ναι, ναι, μου θύμισε κι εμένα την Ένταση), το ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι το ίδιο το ηχητικό μοντάζ, ασυγχρόνιστο με την εικόνα, που σε κάνει να αναρωτιέσαι.

Mann's MIAMI VICE (2006)

Η αλήθεια είναι πως φοβόμουνα αυτό το review – μέχρι και εφιάλτη στον ύπνο μου είδα, και την ταινία, πρώτον γιατί είναι μια διαδικασία ιερή, αφού αγγίζουμε την εμπειρία μας πάνω σε κάτι φτιαγμένο από άλλον για εμάς και κάτι τέτοιο δεν το προσπερνάς με δυο προτάσεις, και δεύτερον γιατί μιλάμε για Michael Mann. Θα επανέλθω σε αυτό, αφού ξεκαθαρίσω ότι, αναλύοντας την τέχνη – εκτός του ότι παίζουμε με το διάβολο – εξετάζουμε (δεν κριτικάρουμε) και συζητάμε και για τις δύο πλευρές, πομπού και δέκτη. Κι όχι μόνο της μιας, κύριοι δήθεν κριτικοί. Και, όπως συνήθως συμβαίνει στην cult, πομπός είναι ο reviewed και δέκτης ο reviewer και οι cultists. Επίσης δεν ξέρω κατά πόσο τυχαίο είναι πως ακούω τώρα σε random playlist το Cops ‘n Robbers mix του Stem από Dj Shadow με sound samples από το Heat!

Για άλλη μια φορά το marketing έκανε το θαύμα του. Σαν αντισυμβατικός marketist είναι βέβαιο πως απεχθάνομαι πια ότι έχει να κάνει με διανομή και προώθηση ταινιών, με τον τρόπο που γίνονται, γι’ αυτό και δεν παρακολουθώ πια trailers – τι κι αν είμαι και «δημοσιογράφος»; Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δε λέω, το trailer του Miami Vice ήταν λιτό και ένα από τα καλύτερα διαφημιστικά trailers που έχω δει την τελευταία τριετία. Αλλά πώς, μα τους θεούς της Kobol, μπορεί να περιμένει τι θα δει ο μέσος πολίτης και θεατής που δεν γνωρίζει τι εστί Mann; Μην πάρετε ποπ κορν μαζί σας, μην καθίσετε ένα βράδυ σπίτι με το dvd – όταν βγει – για να περάσει η ώρα και να ξεσκάσετε από τα προβλήματα της δουλειάς. Γιατί δεν είναι διασκέδαση, είναι άλλη μια δουλειά. Όσο σοβαρά παίρνει ο Mann τη δουλειά του, άλλο τόσο θέλει να τη σερβίρει και στο κοινό του. Το σχόλιο «Cop Thriller for Adults» που διάβασα κάπου ίσως να συνοψίζει όσο το δυνατόν καλύτερα αυτό που προσπαθώ να πω, μέσα σε 4 λέξεις. Πρόκειται για ένα καθαρό σύγχρονο σοβαρό crime film, και δεν είναι περιπέτεια, όπως πολλοί αδαείς θα πίστευαν.

Και με το τραγούδι «Numb/Encore» από Linkin Park & Jay-Z, που ακούμε και στο trailer, ξεκινάει το πρώτο frame του Miami Vice, μέσα σε ένα club. Χωρίς credits, χωρίς εισαγωγή, οι δύο ντετέκτιβ εν ώρα υπηρεσίας, σε ένα χώρο που μου φέρνει στο μυαλό την αντίστοιχη σκηνή του Collateral. Αλλά όχι, δεν θα έχουμε και αντίστοιχη εξέλιξη εδώ, γιατί ότι κι αν κυνηγάνε αυτό το βράδυ, διακόπτεται από ένα τηλεφώνημα. Κάποιος κάρφωσε μυστικούς πράκτορες. Και μεταφερόμαστε σε ένα parking για να δούμε το αποτέλεσμα, τη συμφωνία που θα πάει στραβά, μεταξύ αυτών και εμπόρων ναρκωτικών, των Αρίων (ουδεμία σχέση με τα βραβεία). Ήδη ο Mann έχει δώσει γεύση του κλίματος που θέλει να συνοδεύει την ταινία του, κι ήδη – σε αυτό το χρονικό σημείο – έχει απογοητεύσει μεγάλη μερίδα του κοινού που για άλλα πήγε και άλλα είδε. Οι εξωτερικές λήψεις γίνονται με τη χρήση 3-4 διαφορετικών καμερών, από τις οποίες η καθεμιά έχει διαφορετικό φίλτρο. Και δεν είναι μόνο το φίλτρο, αλλά και η κίνηση, σα να βλέπουμε νυχτερινό ειδησεογραφικό ρεπορτάζ. Άλλη κάμερα θα μας θυμίσει το tv feeling που νιώσαμε και στο τελευταίο Mission Impossible, και βλέπουμε σιγά σιγά ο κόσμος της τηλεόρασης να κατακτάει και τον κινηματογράφο, αντί να συμβαίνει το ανάποδο. Αντίθετα, οι λήψεις στους εσωτερικούς χώρους είναι πιο σταθερές, πιο καθαρές, πιο έγχρωμες. Η αρχική σκηνή όμως του parking είναι από τα highlights της ταινίας. Διαρκεί ελάχιστα και με το που πέφτουν οι πυροβολισμοί και τα πρώτα θύματα με τις τεράστιες τρύπες να ανοίγουν στα καθίσματα των αυτοκινήτων, μένω με ανοιχτό το στόμα. Και ακόμα να παλεύω μέσα μου να δεχτώ αυτό που βλέπω, να μ’ αρέσει και να μη μ’ αρέσει ταυτόχρονα. Αυτή η σκηνή, μάλιστα, είναι και η πρώτη της ταινίας που η κάμερα δεν ακολουθεί τους πρωταγωνιστές. Και πιστέψτε με, είναι λίγες αυτές – τρεις, αν θυμάμαι καλά.

[spoilers]
Αυτός ο κάποιος που έκανε το τηλεφώνημα, είναι ο Alonzo. Και η επερχόμενη αυτοκτονία του μπροστά στα μάτια των ντετέκτιβ, είναι ακόμα ένα eye-candy. Κόβεται στο πιο «γλυκό» σημείο, έντονο κόκκινο σε μία de-saturated λήψη, κόκκινο κάτω από τους τροχούς μιας νταλίκας, αλλαγή πλάνου. Οι σκληροί παραμένουν σκληροί.

Συνέχεια έχει το επείγον meeting των «μεγάλων» για να καθορίσουν την αποστολή, των δύο σκληρών – Farrell και Foxx – και των δύο, όχι λιγότερο σκληρών, αφεντικών, Hinds και Henley. FF-HH. Εδώ καθορίζεται και η μεταξύ τους σχέση για την υπόλοιπη ταινία, εδώ πια καταπίνουμε την ευθεία γραμμή που πρόκειται να ακολουθηθεί από δω και στο εξής. Γιατί ο Mann ξέρει τι κάνει και πού στοχεύει, δεν θα δώσει περίεργα twists ή εκπληκτικές τροπές. Είτε σ’ αρέσει, είτε όχι. Και πια οι δύο «F» Fοράνε το κοστούμι του under cover για να εισχωρήσουν ως εγκληματίες στα υψηλά κλιμάκια των εμπόρων.
[/spoilers]

Σημασία έχει να παρατηρήσουμε κάποια patterns που χρησιμοποιεί ο Mann επανειλημμένως σε αυτά τα ιδανικά μετρημένα 134 λεπτά. Ο Sonny με τον Rico, με εξαίρεση τα ερωτικά τους διαλείμματα (αυτό έλειπε) βρίσκονται συνέχεια μαζί. Όχι μόνο βρίσκονται μαζί, αλλά οι κινήσεις τους είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Μία απλή, αλλά άξιας αναφοράς, σκηνή που μέτρησε για μένα στα θετικά της ταινίας, σε μία από τις πάμπολλες κούρσες τους με το αμάξι, η λήψη είναι από το πλάι, και σηκώνουν και οι δύο το δεξί χέρι προς το αυτί τους, ο ένας σηκώνει το κινητό κι ο άλλος φτιάχνει το μαλλί του. Δεν καταλαβαίνεις ποιος από τους δύο κάνει τι, αλλά δε σ’ ενδιαφέρει. Είναι αδέρφια, είναι σύμφωνοι σε όλα και εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Αυτό δε φαίνεται στα λόγια, άλλωστε σπάνια να μιλήσουν για κάτι πέραν της δουλειάς. Αλλά το πώς έφτασαν σε αυτό το σημείο δε φαίνεται, και δε θα χωρούσε στην ταινία. Όμως σε μια τόσο σκληρή ταινία, η αδερφική τους σχέση δε φτάνει για να μας συγκινήσει ή να μας κάνει να τη νιώσουμε.

Mann's MIAMI VICE (2006)

Επιπλέον, για τον ίδιο λόγο αγνοούμε την ύπαρξη ελαφριού κλίματος και αστείων στην ταινία. Αστεία υπάρχουν, αντιδράσεις και ατάκες που σε άλλες ταινίες θα γουστάραμε, υπάρχουν. Αλλά εδώ δεν ελαφραίνουν ούτε στο ελάχιστο τον τόνο. Γιατί πια δεν είναι αστεία. Παραδόξως, σε αντίθεση με παραπάνω, αυτό το στοιχείο μου άρεσε ιδιαίτερα. Διότι, όντως, σε μία δουλειά όπως αυτή, που εξαρτάται η ζωή σου σε κλάσματα δευτερολέπτου και μικροαποφάσεις, ότι κι αν ακούσεις, ας είναι γουστόζικο, ας είναι εκτός θέματος ή υπερβολική αντίδραση, ας είναι κι ανέκδοτο, δε θα σε βγάλει από την «Ένταση» που βρίσκεσαι, γιατί μιλάμε για τη ζωή σου. Κανένα αστείο δεν έκανε ποτέ κάποιον να ξεχάσει όλα τα προβλήματά του.

[spoilers]
Στα διαλείμματα των ωρών υπηρεσίας διαδραματίζονται οι ερωτικού περιεχομένου σκηνές, μόνο που κι αυτές δεν αλλάζουν το άκαμπτο, ψυχρό υλικό από το οποίο αποτελούνται οι βασικοί χαρακτήρες. Μπορεί οι Sonny και Rico δικαιολογημένα να πέτρωσαν για την επιβίωσή τους, υπάρχει μία μικρή σπίθα όμως «ανθρωπιάς» μέσα τους, η οποία δεν είναι αρκετή για να τους αλλάξει. Χαρακτηριστικές είναι οι σκηνές στο ντους, που χαρίζονται από μία στον καθένα. Έπειτα ξεχωρίζει χρονικά η “απόδραση” του Farrell με την Li Gong, που θα τους κάνει συνέταιρους όχι μόνο στο έγκλημα, αλλά και στο αίσθημα. Ο Mann διαχωρίζει πλήρως το συναίσθημα με τη δουλειά και όταν αυτό απειλεί να μπλεχτεί, τότε κι αυτός απειλεί να τελειώσει την ταινία του. Και κάπως έτσι τελειώνει, μάλιστα. Γιατί ένα είναι σίγουρο: το Miami Vice δε χωράει συναισθηματισμούς.
[/spoilers]

Mann's MIAMI VICE (2006)

Άλλο ένα ευχάριστο pattern, ίσως το καλύτερο απ’ όλα, είναι οι σκηνές-σφήνες της μακρινής κινηματογράφησης. Καταγάλανοι ουρανοί με πλάνα αεροπλάνα, δείχνουν τόσο εύκολα σα να τραβούσες την κίνηση των αμαξιών στους δρόμους. Στον αέρα, στο νερό, στην άσφαλτο, αλλά και στη φύση, αυτά τα πολύ μικρής διάρκειας πλάνα είναι και τα πιο ξεχωριστά, πιο διαφορετικά στο στυλ, σε σχέση με όλο το υπόλοιπο έργο. Αλλά, επομένως, αταίριαστα, θεματολογικά και σκηνοθετικά. Κρίμα.

[spoilers]
Κατά τη διάρκεια της ταινίας, οι στιγμές έντασης που τόσο καλά ξέρει να κάνει ο Mann, δε λείπουν. Μας δίνει τα πιο κλασικά παραδείγματα του πόσο εύκολα οι «κακοί» μπορούν να συμπεριφερθούν σαν «καλοί», και ακριβώς το αντίστροφο, κάτι που έκανε κατά κόρον στην «Ένταση». Εδώ, αξιοσημείωτη είναι η πρώτη συνάντηση των Rico & Sonny με τον Yero (John Ortiz) στην Αϊτή. Σε ένα κλίμα «εκτός έδρας» για τους φίλους μας, πρέπει να παίξουν σωστά το παιχνίδι της ψυχολογίας και να κοντραριστούν στα λόγια με τον Yero για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του και να δουλέψουν γι’ αυτόν. Γιατί δεν υπάρχει επιστροφή, μόνο «μολύβι». Και τα καταφέρνουν μια χαρά με ένα ωραίο ξέσπασμα από τον Farrell, χωρίς να συγκρίνεται βέβαια με έναν Pacino. Στην αντίστοιχη πρώτη συνάντησή τους με το αφεντικό όλων, τον Jesus Montoya (Luis Tosar) συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ήρεμο, «φιλικό» κλίμα, μόνο που κρατιέμαι στην καρέκλα, απλά από δέος, γιατί δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε λάθος αντίδραση των «Σκληρών». Όμως κι αυτοί ακολουθούν τη σκέψη μου και δε ρισκάρουν, δεν κάνουν τους μάγκες απέναντι σε ένα τέτοιο πρόσωπο. Απλά ακούν. Και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή. Οι FF-HH θα βρεθούν άλλη μία φορά, σε άλλη μια στιγμή που μ’ άρεσε, για να ξεκαθαρίσουν την κατεύθυνση που στη συνέχεια θα πρέπει να επικεντρωθούν. Ο Sonny, λίγο πιο ευέξαπτος απ’ ότι συνηθίζει, μετά το ειδύλλιο με την «Isabella», και πια έχοντας να χάσει πολλά, παίρνει θέση-αντίδραση στα αφεντικά του. Ο Rico, από το ν’ αρχίσει να αμφιβάλλει για την κρίση του συναδέλφου του, κατευθείαν τον υποστηρίζει.

Mann's MIAMI VICE (2006)

Και εκεί που δεν το περιμένεις, σε μία από τις λίγες σεναριακές στιγμές που προσκυνάω, σαν «τρίτος αδελφός» ο Henley, το αφεντικό των Vice στην καλύτερή του στιγμή, βγαίνει να τους υπερασπιστεί και να αντιμιλήσει στον «FBI» Hinds! Σε μία τέτοια κόντρα θα μπορούσε να είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, πειστικός και «δυνατός» ένας Edward James Olmos, ένας Olmos που είχε το ρόλο του Henley στο Miami Vice της τηλεόρασης, ένας Olmos που συμμετέχει συχνά πυκνά και άψογα σε τέτοιου είδους face-to-face στο Battlestar Galactica τώρα και ένας Olmos που αρνήθηκε, ενώ του το πρότειναν – με μεγάλη μας στεναχώρια – τη συμμετοχή στην ταινία του Mann για να επαναλάβει το ρόλο του από τα παλιά. Σαν σκηνή έντασης θυμάμαι επίσης και τη στιγμή ζηλοφθονίας του Yero, όταν αντικρίζει τον Farrell στον ερωτικό του χορό με την Gong. Και έτσι όπως δακρύζει, καταλαβαίνω πως οι Σκληροί, με την τελειότητα και τη συνέπεια που τους διακρίνει δε θα έκαναν την πρώτη κίνηση σε ένα τέτοιο επικίνδυνο περιβάλλον. Άντ’ αυτού, προκάλεσαν την πρώτη κίνηση ρήξης από τους κακοποιούς. Να που κι η τελειότητα δίνει στα νεύρα.

Mann's MIAMI VICE (2006)

Ο κύβος ερρίφθη και σα σκηνή αντιποίνων ο Yero και οι Αρίοι πιάνουν όμηρο την κοπέλα του Rico. Ακολουθεί το τελευταίο μισάωρο που αποζημιώνει και με το παραπάνω και φέρνει στα ίσα της την ταινία.

Λουκούμι νο.1: Διάσωση της Trudy. Με άψογη συνεργασία και μετρημένες κινήσεις, η ομάδα Ηθών προβαίνει στην επικίνδυνη διάσωση. Το τελείωμα είναι άξιο χειροκροτήματος, η αδρεναλίνη στα ύψη και ήρωας χρίζεται μια άλλη, καλλονή ;), της ομάδας, η Elizabeth Rodriguez.

You will be dead from the neck down before your body knows it. Your finger won’t even twitch. Only you get dead. So tell me, sport, do you believe that?

Σφαίρα στη βάση του κρανίου και τα μυαλά στον τοίχο, άψογα εκτελεσμένο, από χαρακτήρες, ηθοποιούς και σκηνοθέτη.

Mann's MIAMI VICE (2006)

Λουκούμι νο.2: Ανατίναξη τροχόσπιτου. Η αγαπημένη μου σκηνή. Με αργές κινήσεις η ομάδα μετά την επιτυχία της αποχωρεί, το πλάνο όμως μένει στην συντετριμμένη Trudy κι εναλλάσσεται με τον Jesus που μαθαίνει τα γεγονότα εξ’ αποστάσεως και εξ’ αποστάσεως εκτελεί. Όταν ακολουθεί η έκρηξη, που τραντάζει πράκτορες και θεατές, με την Trudy να εκτινάσσεται μπροστά στα μάτια της κάμερας, με έπιασε στιγμιαίος πανικός. Ο φωτισμός στο background, που, όπως είπα, σα σε νυχτερινή «τηλεοπτική» λήψη ρίχνει λευκό χρώμα στη φωτιά της έκρηξης, σε αυτά τα κλάσματα δευτερολέπτου της «ιπτάμενης» Trudy μου έφερε κάλλιστα στο νου φάντασμα. Τρόμαξα. Η πιο δραματική στιγμή της ταινίας που δυστυχώς δεν ακολουθείται από κάποιο ξέσπασμα του Rico στις επόμενες action sequences. Και να υπενθυμίσω ότι οι εκρήξεις, που είναι το trademark ταινιών δράσης, δεν κάνουν πια καμία αίσθηση. Μήπως που και που χρειάζεται κι ένας Mann?

Λουκούμι νο.3: The Final Showdown. Χωρίς ακόμα να έχουν ξεσκεπάσει την κάλυψή τους, οι Rico και Sonny κανονίζουν την τελευταία συνάντηση με τον Yero και την «παρέα» του. Μπορεί να μην είναι γραμμένο στα χαρτιά, αλλά όλοι ξέρουν πως η μία από τις δύο πλευρές δε θα γυρίσει ζωντανή. Οι δύο ομάδες παραταγμένες μπροστά από τα αυτοκίνητά τους, με τους unofficial snipers να ψάχνονται μεταξύ τους στο κρυφτούλι. Όταν όμως ξεσπάει η κόλαση, τότε αρχίζει και η μαγεία. Ο κάμεραμαν λειτουργεί σαν ένα ακόμα μέλος της συμμορίας και ακολουθάει τους μεν και τους δε πίσω τους, δίπλα τους, αιμορραγώντας, τρέμοντας κ.ο.κ. Το παράξενο είναι πως στην πλειονότητα των λήψεων η κάμερα βρίσκεται στο πλευρό των κακοποιών, συνήθως πίσω από τον Yero, και παρακολουθούμε τις κινήσεις – αν τις πιάσει το μάτι – των Sonny, Rico και λοιπών μέσα από τα off-frame zoom in και out που κάνει. Σα σε πραγματικό πεδίο μάχης, και στο γνωστό πια κλίμα του Mann, δε νομίζω να υπήρξε κάποιος που είτε δεν απόλαυσε τη μάχη, είτε δε νοστάλγησε και την τελική μάχη στο Heat. Τα τελειώματα κι εδώ είναι εκπληκτικά και μοιρασμένα, ένα για τον καθένα, Sonny και Rico, στους «αρχηγούς».

Κι επειδή δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, ο Sonny θα φυγαδεύσει την Isabella εκτός κινδύνου σύλληψης και θα την αποχαιρετίσει, κρατώντας τη στιβαρή του στάση. Ένας αξιόλογος αποχαιρετισμός, για μια σχέση που δε μας κατάκτησε κιόλας, αλλά έφερε την αλλαγή στο τοπίο, όπως κάνουν πάντα οι γυναικείες παρουσίες ;). Στο τελικό, και καθόλου τυχαίο, πλάνο, ο Sonny, χωρίς δεύτερη σκέψη, φεύγει για το νοσοκομείο, που βρίσκεται ο «αδερφός» του Rico με την Trudy. Καμία γυναίκα δε θα βάλει πάνω από αυτόν που ξέρει και εμπιστεύεται. Η συνάντηση κι επανασύνδεση των δύο ηρώων μπορεί να μη γράφεται στην κάμερα, αλλά γίνεται κατανοητή. Δε χρειάζεται να πει τίποτα παραπάνω.
[/spoilers]

O Michael Mann υπογράφει ένα 100% δικό του project, ένα crime στην αντίπερα όχθη του Hollywood. Σε μία ιστορία δύο στιλάτων και σκληρών μπάτσων, όπου το άλλο άκρο της μεταχείρισής των θα ήταν από έναν John Woo (π.χ. Μ.Ι.: ΙΙ), ή ακόμα περισσότερο από έναν Michael Bay (π.χ. Bad Boys), ο Mann εξετάζει την αντίθετη πλευρά, τη ρεαλιστική πλευρά. Αλλά δε μπορώ, παρά να φαντάζομαι πώς θα ήταν το τελικό αποτέλεσμα της ίδιας υπόθεσης με το ίδιο cast, αν δινόταν σε κάποιον από τους παραπάνω να το υλοποιήσει. Κι έχω την εντύπωση πως… θα μου άρεσε περισσότερο. Και τα πράγματα που θα είχα να πω θα ήταν τελείως διαφορετικά. Γιατί – σε αντίθεση με το πρώτο μου επίσημο review, το Mouth of Madness – εδώ το όλο θέμα είναι το πώς μεταμόρφωσε ο Mann σκηνοθετικά την ιστορία, και όχι η ίδια η ιστορία. Μπορεί να παίρνει άριστα σε πολλούς τομείς, μπορεί να πέτυχε αυτό που ήθελε, αλλά μέσα στην συγκεκριμένη οπτική του γωνία, με πνίγει, δε με αφήνει να ανασάνω.

Κριτικοί της παλιάς σχολής που θάβουν καθετί videoclipίστικο, με εφφέ, εκρήξεις, attitudes και βολικά σκηνικά, Bruckheimer και Bay, Scott και Emmerich, Del Toro και Woo, βιάζονται να ασπαστούν αυτή τη νέα μόδα «ρεαλισμού». Αφού η τεχνολογία έχει προοδεύσει σε τέτοιο βαθμό και μας έχει κακομάθει με τα τεχνάσματά της, αναζητούνται «οπισθοδρομικοί» που θα αλλάξουν ρότα της τέχνης και θα προσφέρουν κάτι διαφορετικό. Ας μην κλεινόμαστε όμως σε τέτοιες δογματικές αντιλήψεις. Ναι, θα πω – και θα με κάψουν – πως βρίσκεται σε ψηλότερο σκαλί στις αγαπημένες μου ταινίες το Bad Boys ή το Mission Impossible II, και έχω να δηλώσω πολλά που μου προσφέρουν πέραν της διασκέδασης, άλλωστε η τέχνη μας βοηθάει να ξεφεύγουμε από την πραγματικότητα και στη φαντασία να βρίσκουμε αυτό που μας συνεπαίρνει. Στο Miami Vice δεν κατάφερα να δω Farrell και Foxx, δεν κατάφερα να δω κάτι δικό μου, κατάφερα απλά να δω – και να απολαύσω στο όριο που μου επιτρέπει – Michael Mann.

Όσο για την προϊστορία του; Δε νομίζω ότι έχει καταφέρει να ξεπεράσει τον εαυτό του μετά το «Heat». Και τι ήταν αυτό που τότε το είχε ξεχωρίσει; Ένα δίδυμο De Niro-Pacino που έσπαγε το φράγμα και τα όρια του Mann. Που ωθούσε την ταινία σε πραγματική ένταση και την έκανε ζωντανή. Farrell και Foxx είναι καλοί, σαν υπάκουα και πιστά υποχείρια – συγχωρέστε με για την έκφραση. Αλλά έπαιζαν σε ταινία του σκηνοθέτη τους, δεν την οδηγούσαν σε καμία στιγμή. Όσο για το Collateral… το βρήκα απλά μια εισαγωγή για το φετινό Vice.

Βίωσα μια εμπειρία που λίγοι σκηνοθέτες προσφέρουν και το σίγουρο είναι πως δε θα χάσω ποτέ ταινία του Mann. Αλλά θα γνωρίζω τι να περιμένω. Και τώρα πια θα γνωρίζετε κι εσείς…

Direction: 3/5
Story: 1/5
Script: 3/5
Acting: 3/5
Music: 3/5

Rating: 6,5 / 10

 

 

HighlightsH εμμονή του Mann στην τελειότητα. Το body language των πρωταγωνιστών. Οι αξιοσημείωτοι δεύτεροι ρόλοι των Henley και Hinds. Όλες οι σκηνές με πυροβολισμούς και ιδιαίτερα το τελευταίο καταιγιστικό τέταρτο. Η έκρηξη στο τροχόσπιτο. Το τελευταίο frame.

 

LowlightsΗ υπερβολικά ερασιτεχνική οπτική υφή. Οι «χάρτινοι» και υπερβολικά ψυχροί Farrell και Foxx. Η «Isabella». To αυστηρώς «επαγγελματικό» σενάριο.

 

 

Miami Vice (graph)

Miami Vice – Immersion Graph
Ενδιαφέρον/καθήλωση κατά τη διάρκεια της ταινίας

 

Miami Vice (elemomento)

όσο πιο έντονο το χρώμα, τόσο πιο έντονη κι η παρουσία τους στην ταινία
κίτρινο > γαλάζιο > γκρι = 0

as published @ themoviescult.gr
Advertisements

Share A Thought

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s